Στον Παρνασσό Ποιήματα


ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΑΣΣΟ

Σ” ένα δενδρί στον Παρνασσό

έγειρα ν’αποκοιμηθώ.

Κι ακούω μιας πέρδικας λαλιά

κλαίει θρηνεί μες τα βουνά.

Κλαίει και μένα η καρδιά

Που “μαι από σένα μακριά.

ΣΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ

Σ” ένα δενδρί στον Παρνασσό

έγειρα ν” αποκοιμηθώ

κι ακούω μιας πέρδικας λαλιά

μιας περδικούλας κλάμα.

Τι έχεις πέρδικα και κλαίς

και μένανε δεν μου το λες .

Με κυνηγάει ένας αετός

ένας ανθρώπινος εχθρός

θέλει να μου πιάσει τη φωλιά

που έχει μέσα τα πουλιά .

ΣΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ ΤΑ ΕΛΑΤΑ

Στου Παρνασσού τα έλατα

θα πάω να ξαποστάσω

και της καρδιάς μου τους καημούς

για λίγο να ξεχάσω,

κρασί απ” την Αράχωβα

θα πιώ για να μεθύσω

και μια παλιά αγάπη μου

να την ελησμονήσω.

ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΑΣΣΟ ΠΟΥ ΚΑΗΚΕ

Καμάρ’που τωχ” ο Παρνασσός

στο πράσινο ντυμένος

και τώρα τον εκάψανε

Και κλαίει ο καημένος .

Βαρειά στενάζουν τα βουνά

κι ο ήλιος σκοτεινιάζει

κι ο δόλιος μας ο Παρνασσός

κλαίει κι αναστενάζει.

Τι έχεις καημένε Παρνασσέ

και βαριαναστενάζεις

μην τα χιόνια σου βαρειά

και τα νερά σου κρύα .

Δεν είναι τα χιόνια μου βαρειά

και τα νερά μου κρύα

με βόσκουν στάνες πρόβατα

με βόσκουν στάνες γίδια.

Κλαίω φωτιά μου βάλανε

μου κάψανε τα κλωνάρια

μου κάψανε το πράσινο

μέσα στα φυλλοκάρδια

αν με κάψανε οι φίλοι

Παρνασσός πάντα θα είμαι.

και παιδουπόλεις θα “ρθουνε

και φωνούλες θ” ακουσθούνε.

κέρνα παπαδιά

Δαδιώτικα παιδιά.

Βάσω Π. Βαφειά

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Χωριό μου περιγύριστο απ” του Παρνασσού τα κάλλη,

του θυμαριού τις μυρωδιές, της Λιάκουρας τα χιόνια,

του Δευκαλίωνα η μορφή στο θώρι σου προβάλλει

και η μάνα η Πύρρα ζει εκεί γριά από τα χιόνια.

( Απόσπασμα από το ποίημα «Εξομολόγηση» του Χρή